Απρίλιος 2007


 

Η Ήρα μωρό

Νιώθω μια ζεστή ανάσα να ψαχουλεύει το πρόσωπό μου. Σιγή… Ένα χάδι ανεπαίσθητο πάνω στη μύτη. Σιγή… Βουβό, υπόκωφο κελάρυσμα δίπλα στο αυτί μου. Σιγή… Βελούδινο άγγιγμα στο βλέφαρο. Σιγή… Νυστάζω. Δεν θέλω να ξυπνήσω ακόμα. Σιγή… Μια τούφα απ’ τα μαλλιά μου εγκλωβίζεται ανάμεσα σε βελούδινα πέλματα κι αρχίζει η κόμμωση. Όχι πια σιγή… Αυτή ξέρει. Πρέπει να σηκωθώ. Βυθίζω τα χέρια μου στη γούνινη μπαλίτσα και ξεκινώ τη μέρα μου.

 

Η Ήρα ξύπνησε

Μια μέρα σαν κι αυτή, παραμονή Πρωτομαγιάς, δεκαέξι συναπτά έτη πριν, αποφασισμένη ότι δεν θέλω πια να ζήσω χωρίς γάτα, βρέθηκα μπλεγμένη με μια γατο-οικογένεια. Μητέρα: Ματζουράνα Πατέρας: Έτζος Έξι μωρά: αβάπτιστα. Δύσκολη επιλογή. Μέχρι να σκεφτώ, τα πέντε πέσανε λαίμαργα πάνω στην κοιλιά της μαμάς τους. Το έκτο, και πιο μικροσκοπικό, απόμακρο. Αφού το γάλα άρχισε να ρέει άφθονο στις πεινασμένες κοιλίτσες το μικρούλι πλησίασε κι εξαφανίστηκε κάτω από τα άλλα. Βγήκε πρώτο, μια μπαλίτσα ολοκούβαρη, κάτασπρη, με μια μουτζούρα στη μυτίτσα και καφέ παντοφλάκια, σήκωσε το κεφαλάκι και με κοίταξε. Καμιά δυσκολία πια!

 

Η Ήρα μωρό

 

Εγκαταστάθηκε άμεσα στην καρδιά μου και στην καμπύλη, στο πλάι του λαιμού, ενώ σε λίγο εξαπλώθηκε παντού. Πάνω μου, γύρω μου, στην πολυθρόνα μου, που έγινε πολυθρόνα της, στο γραφείο, στην ντουλάπα, όπου μπορείτε να φανταστείτε. Την είπα Ήρα, γιατί έγινε η μεγάλη θεά του μικρού μου κόσμου. Ε, και γιατί, εδώ που τα λέμε, διέγνωσα και κάποια από τα γνωρίσματα της εν λόγω ολυμπίας στο χαρακτήρα της.

 

Τι μπορεί να περιλαμβάνει η ζωή με μια γάτα; Χιλιάδες αγκαλίτσες. Άπειρα νάζια. Θυμό και περιφρόνηση γιατί φιλοξενήθηκε άλλο γατάκι στο σπίτι. Χρέη μαμής και χάδια στην κοιλίτσα, στην γέννα. Βλέμμα – μαχαίρι κοφτερό όταν μου την έφεραν στειρωμένη από το γιατρό κι ένα άλμα, που και σήμερα μου κόβει την ανάσα, να χωθεί στην αγκαλιά μου και να την γιατροπορέψω εγώ, η υπεύθυνη. Δάκρυα στεγνωμένα από γλυκά φιλάκια. Βελούδινα πρίσματα να βλέπεις τον κόσμο από μέσα.

 

Γλυκιά μου γουρουνίτσα, δεν θα ‘θελα ποτέ να μάθεις πόσο τρέμω την ώρα που θα μ’ αφήσεις για να πας στον παράδεισο των γάτων, θέλω όμως να ξέρεις πόσο σ’ ευχαριστώ για όσα με δίδαξες και όσα μου έδωσες στα δεκάξι χρόνια της κοινής μας ζωής.

Σιγή…

Η Ήρα κοιμάται

Advertisements

Στο γύρισμα της γωνίας με χτύπησε αναπάντεχα μυρωδιά παστής σαρδέλας. Κι απ’ τη μυρωδιά του μπακάλικου του βυθισμένου στα χρώματα του χρόνου βούτηξα στις παλιές πλάκες του πεζοδρομίου, τις μισοφαγωμένες και χιλιοπατημένες σαν τις μνήμες και τις μυρωδιές των αιωνόβιων στοών.

Στην καρδιά της πόλης…

Σοφή κουβέντα

Γιατί η καρδιά πρωτοχτύπησε με τη γέννησή της και συνεχίζει να ζει μαζί της σ’ όλους τους ρυθμούς.

Σπουδαίο πράγμα η συνέχεια. Ακόμα κι όταν δεν θέλω να θυμάμαι το δικό μου χτες, δεν νιώθω κενό γιατί ψηλαφώ το χτες της πόλης. Αναπνέω απ’ τις παλιές πόρτες, τα μπρούτζινα ρόπτρα, τα σμιλεμένα σίδερα των μπαλκονιών, τον απόηχο του Μαρκάτου, απ’ τις σταγόνες των σιντριβανιών.

Πάντα το μυαλό μου είναι στους τόπους που δεν πήγα. Αγκάθι, που μόνιμα με κεντάει, η νοσταλγία των μονοπατιών που δεν θα περπατήσω. Κι όμως, πάντα το φιλί στο πλακόστρωτο του φάρου και στο φεγγάρι του ωδείου, στα βότσαλα της ακρογιαλιάς και τις πευκοβελόνες του άλσους, είναι φιλί ζωής για τη θύμηση, φιλί γλυκερό για τις λύπες.

Καλά μου ήρθε ο τίτλος του άρθρου  μόλις συνειδητοποίησα ότι η 21η Απριλίου είναι η επέτειος της χούντας των συνταγματαρχών αλλά  και η παγκόσμια ημέρα της ποίησης. Δυστυχώς, έμεινα μόνο στον τίτλο και παρακάτω… ουδέν! καμμία έμπνευση, τίποτα πρωτότυπο για το θέμα, τίποτα που δεν έχουν καλύψει άλλοι με λέξεις καλλίτερες από τις όποιες συνηθισμένες κοινοτοπίες μου ‘ρχονται τώρα στο μυαλό. Θα ‘θελα, ωστόσο, να αφιερώσω το παρόν “εις μνήμην ” των απανταχού, και των κυριολεκτικώς και των μεταφορικώς χαρακτηριζομένων,  δικτατόρων, κι  αυτών που ανήκουν στην ιστορία κι αυτών που καταδυναστεύουν τις μικρές και μεγάλες στιγμές της καθημερινής μας ζωής. Για το λόγο αυτό παραθέτω  

… λίγους στίχους ενός αγωνιστή 

Ένα σπιρτόξυλο για πέννα
Αίμα στο πάτωμα χυμένο για μελάνι
Το ξεχασμένο περιτύλιγμα της γάζας για χαρτί
Μα τι να γράψω;
Τη Διεύθυνσή μου μονάχα ίσως προφτάσω
Παράξενο και πήζει το μελάνι
Μέσ’ από φυλακή σας γράφω στην Ελλάδα

Αλέκου Παναγούλη
(Στρατιωτικές Φυλακές Μπογιατίου, 5 Ιουνίου 1971 – Μετά ξυλοδαρμό)

… λίγα λόγια ενός ποιητή 

Πάει καιρός που πήρα την απόφαση να κρατηθώ έξω από τα πολιτικά του τόπου. Προσπάθησα άλλοτε να το εξηγήσω. Αυτό δε σημαίνει διόλου πως μου είναι αδιάφορη η πολιτική ζωή μας. Έτσι, από τα χρόνια εκείνα, ως τώρα τελευταία, έπαψα κατά κανόνα να αγγίζω τέτοια θέματα. εξάλλου τα όσα δημοσίεψα ως τις αρχές του 1967 και η κατοπινή στάση μου – δεν έχω δημοσιέψει τίποτα στην Ελλάδα από τότε που φιμώθηκε η ελευθερία – έδειχναν, μου φαίνεται, αρκετά καθαρά τη σκέψη μου.
Μολαταύτα, μήνες τώρα, αισθάνομαι μέσα μου και γύρω μου, ολοένα πιο επιτακτικά, το χρέος να πω ένα λόγο για τη σημερινή κατάστασή μας. Με όλη τη δυνατή συντομία, να τι θα έλεγα:

Κλείνουν δυο χρόνια που μας έχει επιβληθεί ένα καθεστώς ολωσδιόλου αντίθετο με τα ιδεώδη για τα οποία πολέμησε ο κόσμος μας και τόσο περίλαμπρα ο λαός μας στον τελευταίο παγκόσμιο πόλεμο. Είναι μια κατάσταση υποχρεωτικής νάρκης, όπου όσες πνευματικές αξίες κατορθώσαμε να κρατήσουμε ζωντανές, με πόνους και με κόπους, πάνε κι αυτές να καταποντιστούν μέσα στα ελώδη στεκούμενα νερά. Δε θα μου ήταν δύσκολο να καταλάβω πως τέτοιες ζημιές δε λογαριάζουν πάρα πολύ για ορισμένους ανθρώπους.

Δυστυχώς δεν πρόκειται μόνον γι’ αυτό τον κίνδυνο. Όλοι πια το διδάχτηκαν και το ξέρουν πως στις δικτατορικές καταστάσεις η αρχή μπορεί να μοιάζει εύκολη, όμως η τραγωδία περιμένει αναπότρεπτη στο τέλος. Το δράμα αυτού του τέλους μας βασανίζει, συνειδητά ή ασυνείδητα, όπως στους παμπάλαιους χορούς του Αισχύλου. `Όσο μένει η ανωμαλία, τόσο προχωρεί το κακό.

Είμαι ένας άνθρωπος χωρίς κανένα απολύτως πολιτικό δεσμό και, μπορώ να το πω, μιλώ χωρίς φόβο και χωρίς πάθος. Βλέπω μπροστά μου τον γκρεμό όπου μας οδηγεί η καταπίεση που κάλυψε τον τόπο. Αυτή η ανωμαλία πρέπει να σταματήσει. Είναι εθνική επιταγή.

Τώρα ξαναγυρίζω στη σιωπή μου. Παρακαλώ το Θεό να μη με φέρει άλλη φορά σε παρόμοια ανάγκη να ξαναμιλήσω.

Γιώργου Σεφέρη
(Η δήλωση που έκανε για τη δικατορία στο BBC στις 28-3-1969)

… δυο στίχους ενός ποιητή

τους άδειους χώρους άσ’τους
τους έρημους μην τους γεμίζεις

είναι του συντοπίτη μου, Σπύρου Βρετού

Κάθε πόλη έχει τους χαρακτηριστικούς της τύπους. Η δική μου έχει κάμποσους. Άλλοι είναι ζώντες κι άλλοι τεθνεώτες, όλοι σχεδόν όμως ζωντανοί στις μνήμες μας. Πιο πολλά θα σας πω άλλη μέρα, σήμερα θα ‘θελα μόνο να σας πω ένα περιστατικό που θυμάμαι από τον Βασίλα.

Ο Βασίλας, μεγαλόσωμος, κοντοκουρεμένος και με την ευήθεια διάχυτη στο πρόσωπό του, ήταν ψυχή ευαίσθητη. Εργάτης στο φυτώριο του Δήμου ήτανε, κι εγώ μαθήτρια στο διπλανό σχολείο τον συνέλαβα μια δυο φορές, όταν νόμιζε ότι κανείς δεν τον βλέπει, να χαϊδολογάει τα φυτά και να τα κουβεντιάζει, όπως θα ‘κανε με τα μικρά που δεν απόχτησε. Συνήθως, αυτοί οι τύποι είναι θρήσκοι, γιατί μακράν από μας τα «φωτεινά πνεύματα» που περιμένουμε να κάνουνε το «κατόρθωμα» για να γελάσουμε, ο Θεός είναι ο φίλος τους που θα του πουν τα μυστικά τους και θα του γυρέψουν τη στοργή που τους λείπει. Έτσι ακριβώς ήταν κι Βασίλας. Βλάσφημος και αθυρόστομος μεν, αλλά η πίστη, πίστη.

Μεγάλη Πέμπτη βράδυ, καλή ώρα, σαν και σήμερα, η Αγία Τριάδα είναι γεμάτη από κόσμο. Η καμπάνα αφήνει λυπητερές, κοφτές ανάσες ν’ ακούγονται και να συμβάλουν στην αναβίωση του θείου πάθους. Το μόνο που ακούγεται μέσα στο ναό είναι η φωνή του ιερέα, αργή, δυνατή, ταιριαστή με τα τεκταινόμενα. Αλλά και οι λυγμοί ενός ανθρώπου από το βάθος. Είναι ο Βασίλας, που κλαίει γοερά,γιατί τη ζει τη στιγμή κι είναι βουτηγμένος στη θλίψη. Το συνήθως θορυβώδες εκκλησίασμα παρακολουθεί κατανυκτικά τη σταύρωση. Η αναπαράσταση της σταυρώσεως συνεχίζεται τελετουργικά, ο Ιησούς πάνω στο σταυρό και το πρώτο καρφί μπαίνει … τακ… Δεύτερο «τακ» δεν ακούστηκε, γιατί, αντί γι’ αυτό, ακούστηκε η φωνή του Βασίλα στεντόρεια «Πούστη Ιούδα!! Κερατά! Παλιάνθρωπε! Τον πρόδωσες τον Χριστούλη μας, καταραμένε. Στο διάολο να πας πικατάρατε!» Παύση. Παύση το εκκλησίασμα. Παύση ο ιερέας. Μόνο οι λυγμοί του Βασίλα. Και ξαφνικά: «Αλλά πού θα πας; Θα βγει μεθαύριο την Ανάσταση και θα στην γ…ήσει» Τελεία. Παύλα.

Η Μ. Πέμπτη έχει πάρει άλλο χρώμα μέσα μου, μετά το συμβάν. Πάντα όταν το θυμάμαι με πιάνουν γέλια. Στην πρώτη ανάγνωση. Στην δεύτερη όχι.

Πρώτα μπαίνει ο μουσαφίρης κι ύστερα ο νοικοκύρης. Αν και, για να είμαι ειλικρινής, στην παρούσα περίπτωση δεν είναι ακριβώς έτσι, γιατί ο Λυκάων, ο αναμοχλευτής με τ’ όνομα, είναι αυτός που μου το νοικοκύρεψε το blog μου. Ευχαριστώ από καρδιάς.

 

Μικρό παιδί σαν ήμουνα, δεν πήγαινα σχολείο, είχα ένα ροζ συννεφάκι που ‘ρχοταν στο κατόπι μου. Αν και ροζ, ήταν μάλλον απειλητικό (μην ρωτάτε, δεν ξέρω να σας πω γιατί), κι εγώ άνοιγα τα μάτια μου στο σκοτάδι και τό ‘βλεπα να με παρακολουθεί, άλλοτε από την πόρτα, άλλοτε πλησίαζε στα πόδια του κρεβατιού μου κι άλλοτε πεταγόταν μέσα από την ντουλάπα. Πάντα υπήρξα δίβουλη για το ποιόν του. Ακόμα και σήμερα την έχω την αμφιβολία, αν ήταν εχθρός μου ή φύλακας.

 

Δεν ξέρω πότε χάθηκε το ροζ συννεφάκι μου από τις νύχτες μου. Ίσως γιατί στο μεταξύ η ζωή μου γέμισε νέφη, νεφέλες, νεφέλια. Ένα σωρό. Γεμάτα χρώματα. Κόκκινα σαν το πάθος. Κίτρινα σαν τη δημιουργία. Μπλε σαν τους στοχασμούς. Πράσινα σαν τη γαλήνη. Πορτοκαλί σαν την ευαισθησία. Μωβ σαν την αμφιβολία. Λευκά σαν τα όνειρα. Μαύρα σαν το κενό. Διάφανα σαν τη ραστώνη καλοκαιρινού μεσημεριού… Μόνο το γκρι δεν το’χω, ποτέ μου δεν το γύρεψα…

 

Έτσι, περνώντας τα χρόνια, με τις σκέψεις πουλιά και τα πόδια ρίζες βαθιές, όχι νεφελοβάμων αλλά Νεφελόεσσα, έφτιαξα τη νεφελοκοκκυγία μου, τη γεμάτη νεφέλες, σκέψεις, λέξεις, σχήματα και χρώματα. Εγώ αρχίζω να την απλώνω εδώ, κι όποιος καλός περάσει απ’ έξω, ας χτυπήσει την πόρτα.