Πρώτα μπαίνει ο μουσαφίρης κι ύστερα ο νοικοκύρης. Αν και, για να είμαι ειλικρινής, στην παρούσα περίπτωση δεν είναι ακριβώς έτσι, γιατί ο Λυκάων, ο αναμοχλευτής με τ’ όνομα, είναι αυτός που μου το νοικοκύρεψε το blog μου. Ευχαριστώ από καρδιάς.

 

Μικρό παιδί σαν ήμουνα, δεν πήγαινα σχολείο, είχα ένα ροζ συννεφάκι που ‘ρχοταν στο κατόπι μου. Αν και ροζ, ήταν μάλλον απειλητικό (μην ρωτάτε, δεν ξέρω να σας πω γιατί), κι εγώ άνοιγα τα μάτια μου στο σκοτάδι και τό ‘βλεπα να με παρακολουθεί, άλλοτε από την πόρτα, άλλοτε πλησίαζε στα πόδια του κρεβατιού μου κι άλλοτε πεταγόταν μέσα από την ντουλάπα. Πάντα υπήρξα δίβουλη για το ποιόν του. Ακόμα και σήμερα την έχω την αμφιβολία, αν ήταν εχθρός μου ή φύλακας.

 

Δεν ξέρω πότε χάθηκε το ροζ συννεφάκι μου από τις νύχτες μου. Ίσως γιατί στο μεταξύ η ζωή μου γέμισε νέφη, νεφέλες, νεφέλια. Ένα σωρό. Γεμάτα χρώματα. Κόκκινα σαν το πάθος. Κίτρινα σαν τη δημιουργία. Μπλε σαν τους στοχασμούς. Πράσινα σαν τη γαλήνη. Πορτοκαλί σαν την ευαισθησία. Μωβ σαν την αμφιβολία. Λευκά σαν τα όνειρα. Μαύρα σαν το κενό. Διάφανα σαν τη ραστώνη καλοκαιρινού μεσημεριού… Μόνο το γκρι δεν το’χω, ποτέ μου δεν το γύρεψα…

 

Έτσι, περνώντας τα χρόνια, με τις σκέψεις πουλιά και τα πόδια ρίζες βαθιές, όχι νεφελοβάμων αλλά Νεφελόεσσα, έφτιαξα τη νεφελοκοκκυγία μου, τη γεμάτη νεφέλες, σκέψεις, λέξεις, σχήματα και χρώματα. Εγώ αρχίζω να την απλώνω εδώ, κι όποιος καλός περάσει απ’ έξω, ας χτυπήσει την πόρτα.

Advertisements