Στο γύρισμα της γωνίας με χτύπησε αναπάντεχα μυρωδιά παστής σαρδέλας. Κι απ’ τη μυρωδιά του μπακάλικου του βυθισμένου στα χρώματα του χρόνου βούτηξα στις παλιές πλάκες του πεζοδρομίου, τις μισοφαγωμένες και χιλιοπατημένες σαν τις μνήμες και τις μυρωδιές των αιωνόβιων στοών.

Στην καρδιά της πόλης…

Σοφή κουβέντα

Γιατί η καρδιά πρωτοχτύπησε με τη γέννησή της και συνεχίζει να ζει μαζί της σ’ όλους τους ρυθμούς.

Σπουδαίο πράγμα η συνέχεια. Ακόμα κι όταν δεν θέλω να θυμάμαι το δικό μου χτες, δεν νιώθω κενό γιατί ψηλαφώ το χτες της πόλης. Αναπνέω απ’ τις παλιές πόρτες, τα μπρούτζινα ρόπτρα, τα σμιλεμένα σίδερα των μπαλκονιών, τον απόηχο του Μαρκάτου, απ’ τις σταγόνες των σιντριβανιών.

Πάντα το μυαλό μου είναι στους τόπους που δεν πήγα. Αγκάθι, που μόνιμα με κεντάει, η νοσταλγία των μονοπατιών που δεν θα περπατήσω. Κι όμως, πάντα το φιλί στο πλακόστρωτο του φάρου και στο φεγγάρι του ωδείου, στα βότσαλα της ακρογιαλιάς και τις πευκοβελόνες του άλσους, είναι φιλί ζωής για τη θύμηση, φιλί γλυκερό για τις λύπες.

Advertisements