Μην είν’ οι κάμποι; Μην είναι τ’ άσπαρτα ψηλά βουνά; Μην είναι ο ήλιος της, που χρυσολάμπει; Μην είναι τ’ άστρα της τα φωτεινά;

 

Κι αυτά κι άλλα πολλά είναι η πατρίδα μας, και καλά και κακά, σαν τα νέα που επαναλαμβάνουν καθημερινά τα δελτία ειδήσεων. Επειδή όμως η μέρα είναι λαμπρή και δεν την σκιάζει το παραμικρό συννεφάκι, εγώ θα σταθώ σήμερα στα χαμόγελα των ανθρώπων που περνούν δίπλα μου. Στις καλημέρες, που μοιράζονται απλόχερα. Στους ήχους της αγοράς. Στα νερά της θάλασσας που κεντάνε τις αχτίδες του ήλιου. Στα φύκια της ακρογιαλιάς που ερωτεύονται το κύμα. Στα μνημεία των αρχαίων καιρών, που φωνάζουν το σήμερα. Στα ξωκλήσια της άκρης των βράχων, τα βαρυφορτωμένα με τις δεήσεις στην Παναγιά και τον Ποσειδώνα. Στους έντονους καυγάδες για το τίποτα και τις ζεστές αγκαλιές για το κάτι. Στην ηχώ των αρχαίων στοών. Στο «πλατάνι που μυρίζει ούζο» και στον «σταυρό του Νότου». Στα σκιερά δάση βουνών απόκρυμνων και τα κομψά άλση των αστικών κέντρων. Στον θάνατο που τον τραγουδάμε και τον χορεύουμε και στο γάμο που τον γλεντοκοπάμε μέρες. Στα μικρά – μεγάλα θέατρα. Στην κρητική λύρα και τα φρέσκα μουσικά αποτολμήματα. Στις σκέψεις που ξετυλίγονται στον ιστό και στα λόγια που πτερόεντα διαχέονται παντού. Στο «θέατρο της δευτέρας» και στην «ώρα των ακροατών μας»Στη μυρωδιά του ψημένου ψωμιού και την έντονη γεύση του δικού μας καφέ.

Advertisements