Νοέμβριος 2007


Όταν σωρεύονται τα εγκλήματα, γίνονται αόρατα.Όταν οι τόνοι γίνονται αβάσταχτοι, δεν ακούγονται πια οι κραυγές. Και οι κραυγές πέφτουν κι αυτές σαν την καλοκαιρινή βροχή

(Μπέρτολτ Μπρεχτ)

Advertisements

 

 

Με καλή πρόθεση, για να καθαρίσει δηλαδή από τις ξενικές επιρροές την Ελληνική, ο Κοραής δημιούργησε την καθαρεύουσα. Μέγα λάθος, μιας και η γλώσσα δεν αποτελεί απλή παράθεση γραμμάτων λέξεων και φράσεων ούτε, φυσικά, αποτέλεσμα του εργαστηρίου. Η γλώσσα, πριν απ’ όλα, είναι σύνολο εννοιών, καθοριστικών για τη λειτουργία τής νόησής μας. Κι οι λέξεις αποτελούν θεμελιώδες μέσο επικοινωνίας και άμεση οδός πρόσβασης στον πολιτισμό του κάθε λαού.

Θα πρέπει να λάβει κανείς υπόψιν ότι μετά τη διάλυση του βυζαντινού κράτους και την διασπορά κατακτητών σε πολλές περιοχές του ελλαδικού χώρου άρχισε να διαμορφώνεται η Νέα Ελληνική όπως και πολλές διάλεκτοι και ιδιώματα. Με την ίδρυση του Νέου Ελληνικού Κράτους, καθώς στον τόπο μας υπάρχει πάντα κυβερνητική πολιτική και αντιπολίτευση που ανέκαθεν θεωρούσαν υποχρέωσή τους να μην συμπλέουν σε κανένα από τα μείζονα θέματα, και ενώπιον του διλήμματος για το πια γλώσσα θα πρέπει να είναι η χρησιμοποιούμενη στην εκπαίδευση και τις επίσημες εκδηλώσεις, αφού η λαϊκή γλώσσα προβαλλόταν ως ακαλλιέργητη και με αδυναμία να εκφράσει πολύπλοκες ιδέες συναισθήματα και καταστάσεις, ανέκυψε το περίφημο «γλωσσικό ζήτημα». Λες και η επιλογή γλώσσας είναι θέμα πολιτικών αποφάσεων.

Δεν είναι τυχαίο ότι οι έλληνες διαφωτιστές κύριο μέλημά τους είχαν να μορφωθεί ο λαός χρησιμοποιώντας τη γλώσσα του, που είναι ικανή να εκφράσει όλες τις ανθρώπινες γνώσεις και όλα τα αισθήματα. Όπως τυχαία δεν ήταν και η αντίδραση στην επιβολή της καθαρεύουσας, μιας γλώσσας κατασκευασμένης και όχι μιας γλώσσας ζυμωμένης από τις κοινωνικές σχέσεις που την καθορίζουν. Γιατί, κι αν ακόμα το γλωσσικό ζήτημα ξεκίνησε από την κονίστρα των λογοτεχνών και των εκδοτών, είναι προφανές ότι στον πυρήνα του ήταν βαθιά πολιτικό και κοινωνικό ζήτημα, που οδήγησε, μάλιστα, σε δυναμικές και αιματηρές συγκρούσεις.

Μια σειρά τέτοιων επεισοδίων έλαβε χώρα ακριβώς 104 χρόνια πριν σαν και σήμερα, δηλαδή στις 3-11-1903, κι η ιστορία το θυμάται ως Ορεστειακά. Αιματηρά επεισόδια, που ξεκίνησαν από φοιτητές, με αρκετούς τραυματίες και έναν θάνατο, ακολούθησαν την πρεμιέρα της 1ης Νοεμβρίου 1903 της Ορέστειας στο Βασιλικό Θέατρο Αθηνών, η οποία ερμηνεύθηκε σε μετάφραση του Γεωργίου Σωτηριάδη, γραμμένη σε δημοτική γλώσσα

Η ιστορική αναδρομή σκοπό της δεν έχει να υπενθυμίσει γεγονότα αλά να καταδείξει την αναγκαιότητα του να μείνει η γλώσσα μας ζωντανή αλλά και πλούσια. Γιατί φοβάμαι ότι, δυστυχώς, φτώχυνε η γλώσσα μας, φτωχύναμε κι εμείς.

Τους ποιητές δεν θα ’πρεπε να τους έχουμε μόνο για το ράφι ή για επίδειξη γνώσεων. Θα ’πρεπε να τους ακούμε πιο συχνά. Ουσιαστικά. Τα λένε όλα

Τ γλσσα μο δωσαν λληνική.

τ σπίτι φτωχικ στς μμουδις το μήρου…

Μονάχη γνοια γλσσα μου στς μμουδις το μήρου…

κε σπάροι κα πέρκες

νεμόδαρτα ρήματα

ρεύματα πράσινα μς στ γαλάζια

σα εδα στ σπλάχνα μου ν’ νάβουνε

σφουγγάρια, μέδουσες

μ τ πρτα λόγια τν Σειρήνων

στρακα ρόδινα μ τ πρτα μαρα ρίγη…

Μονάχη γνοια γλσσα μου, μ τ πρτα μαρα ρίγη…

κε ρόδια, κυδώνια

θεο μελαχροινοί, θεοι κ’ ξάδελφοι

τ λάδι δειάζοντας μς στ πελώρια κιούπια.

Κα πνος π τ ρεμματι εωδιάζοντας

λυγαρι κα σχνο

σπάρτο κα πιπερόριζα

μ τ πρτα πιπίσματα τν σπίνων

ψαλμδίες γλυκς μ τ πρτα-πρτα Δόξα Σοί…

Μονάχη γνοια γλσσα μου, μ τ πρτα-πρτα Δόξα Σοί!..

κε δάφνες κα βάγια

(Οδ. Ελύτης)

Η γλώσσα είναι ζωντανός οργανισμός, που μέσα της αντικατοπτρίζονται ζωές και καιροί, εποχές και φυσήματα.

Τυχεροί είμαστε γιατί γεννηθήκαμε Έλληνες, που πα να πει έχουμε μια γλώσσα ικανή να εκφράσει τα πάντα και να διδάξει τους πάντες. Η λειτουργία της ανθρώπινης σκέψης διαχρονικά και ανθρωποκεντρικά ταυτίζεται με την ελληνική σκέψη και λειτουργεί μέσα από λέξεις ελληνικές που καθιερώθηκαν στις ευρωπαϊκές γλώσσες. Έννοιες-κλειδιά τού ευρωπαϊκού πολιτισμού εκφράζονται με ελληνικές λέξεις (γνωστοί θα είναι βέβαια οι δυο λόγοι που εξεφώνησε ο Ξενοφών Ζολώτας στις 26 Σεπτεμβρίου 1957 και στις 2 Οκτωβρίου 1959).

Κι όμως. Εμείς παλεύουμε, είτε μέσα απ’ τα σημεία στίξεως και τις μετοχές είτε μέσα από τον περιορισμό του λεξιλογίου στην λογιστική συναλλαγή και στην αύξηση των –ing, να συνεννοηθούμε με τους γύρω μας.

Διαστροφή και μετάλαξη παθαίνουν οι λέξεις μας. Γιατί δεν βγάζουμε με δαύτες έξω το «μέσα» μας αλλά καλύπτουμε ότι (δεν) θέλουμε να φανερώσουμε.

Γιατί, αν σκεφτόμασταν δημιουργικά, αν «δουλεύαμε» εσωτερικά τα νοήματα και τα συναισθήματα, η γλώσσα μας θα ήταν η πλουσιότερη στον κόσμο, αφού εδώ τα μεγέθη δεν είναι ποσοτικά (αριθμός λέξεων) αλλά ποιοτικά (πλούτος σκέψεων και νοημάτων). Είπαμε: εν αρχή ην ο Λόγος.

Πολλά είπα. Κι όμως καλλίτερα τα είπε από μένα, σε δυο λέξεις μέσα, και πάλι ο ποιητής.

Εάν η γλώσσα αποτελούσε απλώς ένα μέσον επικοινωνίας, πρόβλημα δεν θα υπήρχε. Συμβαίνει όμως ν’ αποτελεί και εργαλείο μαγείας και φορέα ηθικών αξιών. Προσκτάται η γλώσσα στο μάκρος των αιώνων ένα ορισμένο ήθος. Και το ήθος αυτό γεννά υποχρεώσεις.
(Οδυσσέας Ελύτης, 8/12/1979)