Γενικά


 

 

Με καλή πρόθεση, για να καθαρίσει δηλαδή από τις ξενικές επιρροές την Ελληνική, ο Κοραής δημιούργησε την καθαρεύουσα. Μέγα λάθος, μιας και η γλώσσα δεν αποτελεί απλή παράθεση γραμμάτων λέξεων και φράσεων ούτε, φυσικά, αποτέλεσμα του εργαστηρίου. Η γλώσσα, πριν απ’ όλα, είναι σύνολο εννοιών, καθοριστικών για τη λειτουργία τής νόησής μας. Κι οι λέξεις αποτελούν θεμελιώδες μέσο επικοινωνίας και άμεση οδός πρόσβασης στον πολιτισμό του κάθε λαού.

Θα πρέπει να λάβει κανείς υπόψιν ότι μετά τη διάλυση του βυζαντινού κράτους και την διασπορά κατακτητών σε πολλές περιοχές του ελλαδικού χώρου άρχισε να διαμορφώνεται η Νέα Ελληνική όπως και πολλές διάλεκτοι και ιδιώματα. Με την ίδρυση του Νέου Ελληνικού Κράτους, καθώς στον τόπο μας υπάρχει πάντα κυβερνητική πολιτική και αντιπολίτευση που ανέκαθεν θεωρούσαν υποχρέωσή τους να μην συμπλέουν σε κανένα από τα μείζονα θέματα, και ενώπιον του διλήμματος για το πια γλώσσα θα πρέπει να είναι η χρησιμοποιούμενη στην εκπαίδευση και τις επίσημες εκδηλώσεις, αφού η λαϊκή γλώσσα προβαλλόταν ως ακαλλιέργητη και με αδυναμία να εκφράσει πολύπλοκες ιδέες συναισθήματα και καταστάσεις, ανέκυψε το περίφημο «γλωσσικό ζήτημα». Λες και η επιλογή γλώσσας είναι θέμα πολιτικών αποφάσεων.

Δεν είναι τυχαίο ότι οι έλληνες διαφωτιστές κύριο μέλημά τους είχαν να μορφωθεί ο λαός χρησιμοποιώντας τη γλώσσα του, που είναι ικανή να εκφράσει όλες τις ανθρώπινες γνώσεις και όλα τα αισθήματα. Όπως τυχαία δεν ήταν και η αντίδραση στην επιβολή της καθαρεύουσας, μιας γλώσσας κατασκευασμένης και όχι μιας γλώσσας ζυμωμένης από τις κοινωνικές σχέσεις που την καθορίζουν. Γιατί, κι αν ακόμα το γλωσσικό ζήτημα ξεκίνησε από την κονίστρα των λογοτεχνών και των εκδοτών, είναι προφανές ότι στον πυρήνα του ήταν βαθιά πολιτικό και κοινωνικό ζήτημα, που οδήγησε, μάλιστα, σε δυναμικές και αιματηρές συγκρούσεις.

Μια σειρά τέτοιων επεισοδίων έλαβε χώρα ακριβώς 104 χρόνια πριν σαν και σήμερα, δηλαδή στις 3-11-1903, κι η ιστορία το θυμάται ως Ορεστειακά. Αιματηρά επεισόδια, που ξεκίνησαν από φοιτητές, με αρκετούς τραυματίες και έναν θάνατο, ακολούθησαν την πρεμιέρα της 1ης Νοεμβρίου 1903 της Ορέστειας στο Βασιλικό Θέατρο Αθηνών, η οποία ερμηνεύθηκε σε μετάφραση του Γεωργίου Σωτηριάδη, γραμμένη σε δημοτική γλώσσα

Η ιστορική αναδρομή σκοπό της δεν έχει να υπενθυμίσει γεγονότα αλά να καταδείξει την αναγκαιότητα του να μείνει η γλώσσα μας ζωντανή αλλά και πλούσια. Γιατί φοβάμαι ότι, δυστυχώς, φτώχυνε η γλώσσα μας, φτωχύναμε κι εμείς.

Τους ποιητές δεν θα ’πρεπε να τους έχουμε μόνο για το ράφι ή για επίδειξη γνώσεων. Θα ’πρεπε να τους ακούμε πιο συχνά. Ουσιαστικά. Τα λένε όλα

Τ γλσσα μο δωσαν λληνική.

τ σπίτι φτωχικ στς μμουδις το μήρου…

Μονάχη γνοια γλσσα μου στς μμουδις το μήρου…

κε σπάροι κα πέρκες

νεμόδαρτα ρήματα

ρεύματα πράσινα μς στ γαλάζια

σα εδα στ σπλάχνα μου ν’ νάβουνε

σφουγγάρια, μέδουσες

μ τ πρτα λόγια τν Σειρήνων

στρακα ρόδινα μ τ πρτα μαρα ρίγη…

Μονάχη γνοια γλσσα μου, μ τ πρτα μαρα ρίγη…

κε ρόδια, κυδώνια

θεο μελαχροινοί, θεοι κ’ ξάδελφοι

τ λάδι δειάζοντας μς στ πελώρια κιούπια.

Κα πνος π τ ρεμματι εωδιάζοντας

λυγαρι κα σχνο

σπάρτο κα πιπερόριζα

μ τ πρτα πιπίσματα τν σπίνων

ψαλμδίες γλυκς μ τ πρτα-πρτα Δόξα Σοί…

Μονάχη γνοια γλσσα μου, μ τ πρτα-πρτα Δόξα Σοί!..

κε δάφνες κα βάγια

(Οδ. Ελύτης)

Η γλώσσα είναι ζωντανός οργανισμός, που μέσα της αντικατοπτρίζονται ζωές και καιροί, εποχές και φυσήματα.

Τυχεροί είμαστε γιατί γεννηθήκαμε Έλληνες, που πα να πει έχουμε μια γλώσσα ικανή να εκφράσει τα πάντα και να διδάξει τους πάντες. Η λειτουργία της ανθρώπινης σκέψης διαχρονικά και ανθρωποκεντρικά ταυτίζεται με την ελληνική σκέψη και λειτουργεί μέσα από λέξεις ελληνικές που καθιερώθηκαν στις ευρωπαϊκές γλώσσες. Έννοιες-κλειδιά τού ευρωπαϊκού πολιτισμού εκφράζονται με ελληνικές λέξεις (γνωστοί θα είναι βέβαια οι δυο λόγοι που εξεφώνησε ο Ξενοφών Ζολώτας στις 26 Σεπτεμβρίου 1957 και στις 2 Οκτωβρίου 1959).

Κι όμως. Εμείς παλεύουμε, είτε μέσα απ’ τα σημεία στίξεως και τις μετοχές είτε μέσα από τον περιορισμό του λεξιλογίου στην λογιστική συναλλαγή και στην αύξηση των –ing, να συνεννοηθούμε με τους γύρω μας.

Διαστροφή και μετάλαξη παθαίνουν οι λέξεις μας. Γιατί δεν βγάζουμε με δαύτες έξω το «μέσα» μας αλλά καλύπτουμε ότι (δεν) θέλουμε να φανερώσουμε.

Γιατί, αν σκεφτόμασταν δημιουργικά, αν «δουλεύαμε» εσωτερικά τα νοήματα και τα συναισθήματα, η γλώσσα μας θα ήταν η πλουσιότερη στον κόσμο, αφού εδώ τα μεγέθη δεν είναι ποσοτικά (αριθμός λέξεων) αλλά ποιοτικά (πλούτος σκέψεων και νοημάτων). Είπαμε: εν αρχή ην ο Λόγος.

Πολλά είπα. Κι όμως καλλίτερα τα είπε από μένα, σε δυο λέξεις μέσα, και πάλι ο ποιητής.

Εάν η γλώσσα αποτελούσε απλώς ένα μέσον επικοινωνίας, πρόβλημα δεν θα υπήρχε. Συμβαίνει όμως ν’ αποτελεί και εργαλείο μαγείας και φορέα ηθικών αξιών. Προσκτάται η γλώσσα στο μάκρος των αιώνων ένα ορισμένο ήθος. Και το ήθος αυτό γεννά υποχρεώσεις.
(Οδυσσέας Ελύτης, 8/12/1979)

Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις
μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,
μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.

Μην την εξευτελίζεις πιαίνοντάς την,
γυρίζοντας συχνά κ’ εκθέτοντάς την
στων σχέσεων και των συναναστροφών
την καθημερινή ανοησία,
ως που vα γίνει σα μιά ξένη φορτική.

Η μέρα που γεννήθηκε ο Фёдор Михайлович Достоевский*

 

Το ουσιώδες, είναι ν’ αγαπούμε τον πλησίον μας σαν το εαυτό μας, ναι, αυτό είναι το ουσιώδες και το παν, χωρίς να χρειάζεται τίποτ’ άλλο: τότε αμέσως θα ξέρουμε πώς να χτίσουμε τον παράδεισο. Κι όμως, αυτή είναι παμπάλαια αλήθεια, την έχουμε διαβάσει και αναμασήσει εκατομμύρια φορές, μα δεν παύει να είναι αποτελεσματική. «Η συνείδηση της ζωής είναι ανώτερη απ’ τη ζωή. Η γνώση των νόμων της ευτυχίας είναι ανώτερη από την ευτυχία». Αυτά πρέπει να καταπολεμήσουμε! Και θα παλέψω. Φτάνει να το θελήσουν όλοι, κι αμέσως όλα θα χτιστούν.

(επίλογος από «Το όνειρο ενός γελοίου ανθρώπου»)

 

 

Εις μνήμην…

 

 

 

 

* Φιοντόρ Μιχαήλοβιτς Ντοστογιέφσκι

τες λέξεις και τες φράσεις μου πλάττουν και χρωματίζουν

 

 

Για μένα ήταν πάντα ο αγαπημένος μήνας ο Σεπτέμβρης. Θες γιατί Σεπτέμβρη γεννήθηκα, θες γιατί το ΄κλεισα μέσα μου το καλοκαίρι, θες γιατί αρχίζει νέα εποχή – νέος χρόνος

 

 

 

 

 

Γυρίσαμε πάλι στο φθινόπωρο, το καλοκαίρι
σαν ένα τετράδιο που μας κούρασε γράφοντας μένει
γεμάτο διαγραφές αφηρημένα σχέδια
στο περιθώριο κι ερωτηματικά, γυρίσαμε
στην εποχή των ματιών που κοιτάζουν
στον καθρέφτη μέσα στο ηλεχτρικό φως
……………..

Μένει ακόμα το κίτρινο απόσταγμα το καλοκαίρι
………….

Μένει ακόμα ο ξανθός μαρμαρωμένος έφηβος το καλοκαίρι
λίγο αλάτι που στέγνωσε στη γούβα ενός βράχου
λίγες βελόνες πεύκου ύστερα από τη βροχή
σκόρπιες και κόκκινες σα χαλασμένα δίχτυα.

[Γιώργου Σεφέρη: ένας λόγος για το καλοκαίρι]

 

 

 

 

 

Κι ένα τραγούδι – δώρο στον εαυτό μου. Έχει λόγο υπάρξεως σήμερα, 1η του Σεπτέμβρη

 

Μέσα από άγνωστο χωριό κοντά στον Παρνασσό
ξεκίνησα για να δοκιμαστώ
κι αυτούς που με παιδέψανε σαν άγιο και Χριστό
τους έκοψα τον ένα τους μαστό
περπάτησα και πάτησα σε ζώντες και νεκρούς
ξεπέρασα τους δίσεκτους καιρούς
κι απόκτησα τον μύθο μου με στοχασμούς πικρούς
σε υπόγειους δρόμους άδειους και υγρούς

Με λεν Μαριάνθη κι είμ΄από τρελή γενιά
μισώ του κόσμου τη βία κι απονιά
χιλιάδες μάτια με κοιτούν από μακριά
και μου μετράνε της ζωής μου τα κεριά

Μιά χήρα από την Έφεσο δεν ήμουνα ποτές
δεν είχα στρατιώτες για εραστές
τα ζάρια μου τα έπαιξα στις φτωχογειτονιές
και κέντησα τον πόνο με πενιές
δεν μπόρεσα να γίνω ούτε γυναίκα ούτε ευτυχής
δεν δούλεψα σε οίκους ανοχής
και μες την αναδίπλωση της νέας εποχής
απόμεινα μια ανάμνηση ατυχής

Με λεν Μαριάνθη κι είμαι από τρελή γενιά
μισώ του κόσμου τη βία κι απονιά
χιλιάδες μάτια με κοιτούν από μακριά
και μου μετράνε της ζωής μου τα κεριά

λγου δω χριν χειν, άνδραι, τοις λλησι πολίταις, τι μοι παρεσκεασαν τν γνα τοτον, ε πρτερον οκ χων πρφασιν φ ς το βου λγον δοην, νυν δι τοτον εληφα. Κα πειρσομαι τ λγ τοτον μν πιδεξαι πονηρόν, μαυτν δ βεβιωκτα μχρι τσδε τς μρας ρωγς μλλον ξιον οκτου. πρ ν δ μοι προσκει λγειν, ς ν οἷόν τε δι βραχυττων ρ.

Ο αδύνατος είμαι. Αγωνίζομαι να ζήσω μέρα με τη μέρα να τα βγάλω πέρα όπως μπορώ. Και στο σπίτι και στις υποχρεώσεις μου. Για μένα ο μόχθος έχει να κάνει με την επιβίωση κι όχι με τη ζωή. Προσπαθώ, με όσα λίγα έχω, να κάνω οικονομίες στη λαϊκή κι ας κουβαλάνε τ’ αδύναμα χέρια μου τις σακούλες τόσο δρόμο. Βλέπω πώς είναι η βραδινή διασκέδαση στην τηλεόραση μόνο. Μπα, καλλίτερα στο σπίτι ή στην πλατεία. Σήμερα έκανα και μια σπατάλη, πήρα μια κονσέρβα για τη γάτα. Είμαστε και σε προεκλογική περίοδο κι όλο για μένα μιλάνε. Κατηγορούν την κυβέρνηση ότι δεν φρόντισε για με. Μπα, και για την προηγούμενη τα ίδια λέγανε και για την επόμενη τα ίδια θα πούνε. Εγώ το ‘χω πάρει απόφαση. Κανένας δεν θα κάνει τίποτα για μένα γιατί κανένας δεν τολμά. Αλλά αυτοί τη δουλειά τους κάνουνε. Τη δουλειά τους… τέλος πάντων… Ο γείτονάς μου όμως γιατί; Για ποιόν μιλάει; Τον πολιτικό θέλει να πείσει (αφού τον ίδιο θα ψηφίσει πάλι…) ή τον εαυτό του; Εμένα πάντως δεν με πείθει ότι νοιάζεται για μένα. Από τη μια γράφει άρθρο στην εφημερίδα του κι από την άλλη με γεμίζει ανασφάλειες και σκουπίδια στην εκπομπή του στην τηλεόραση… Για μένα νοιάζεται; Το παιδί δεν ήρθε στην πόλη μας να σπουδάσει, δεν υπήρχε θέση. Τι θα κάνουμε, δεν ξέρω. Ο κύριος στο απέναντι σπίτι, αυτός που φώναζε χτες στο περίπτερο ότι κανείς δεν τον κοιτάει τον φτωχό, είχε γνωριμίες και το ‘φερε το δικό του με μεταγραφή. Λες να νοιάζεται, πράγματι, για μένα; Ο γιός του διπλανού μας ήρθε να συνεχίσει τη θητεία του κοντά στο σπίτι. Χτες η μάνα του έλεγε ότι γράφει στο ιντερνέτ για τον φτωχό τον κόσμο κι αγωνίζεται να κάνει το κράτος κάτι. Λες ο αδερφός της ο συνταγματάρχης να κάνει κάτι να φέρει και τον δικό μου, που δεν έχω ούτε για χαρτζιλίκι να του δώσω κάτι; Νοιάζεται για μένα; Κι αυτοί οι απέναντι… είχαν τον τρόπο τους και το κάλυψαν όλο το οικόπεδο. Να μου κόψουν τη θέα να μην με παίρνει κι ο θόρυβος από τον παρακάτω δρόμο. Για μένα νοιάζονται; Ζωή στην πόλη… Δράμα… αλλά πρέπει να είμαι ευγνώμων, αφού όλοι με σκέπτονται.

 

Κα οτως μες μν τ δκαια γνσεσθε πντες, γ δ τοτων μν τυχν ξω τν χριν, πολίται δ το λοιπο μαθσονται μ τος σθενεστροις πιβουλεειν λλ τν μοων ατ περιγγνεσθαι.

Όλα δικά μας, πιο δικά μας με τη μνήμη μας…

… και τους νεκρούς μας τους κουβαλάμε μέσα μας

χωρίς ο χώρος να στενεύει, χωρίς να βαραίνουμε

συνεχίζουμε τη ζωής τους απ’ τις βαθιές στοές και

τις έρημες ρίζες,

τη δική τους ζωή, τη δική μας ακέρια μες στον

ήλιο

(Γιάννης Ρίτσος)

Μην είν’ οι κάμποι; Μην είναι τ’ άσπαρτα ψηλά βουνά; Μην είναι ο ήλιος της, που χρυσολάμπει; Μην είναι τ’ άστρα της τα φωτεινά;

 

Κι αυτά κι άλλα πολλά είναι η πατρίδα μας, και καλά και κακά, σαν τα νέα που επαναλαμβάνουν καθημερινά τα δελτία ειδήσεων. Επειδή όμως η μέρα είναι λαμπρή και δεν την σκιάζει το παραμικρό συννεφάκι, εγώ θα σταθώ σήμερα στα χαμόγελα των ανθρώπων που περνούν δίπλα μου. Στις καλημέρες, που μοιράζονται απλόχερα. Στους ήχους της αγοράς. Στα νερά της θάλασσας που κεντάνε τις αχτίδες του ήλιου. Στα φύκια της ακρογιαλιάς που ερωτεύονται το κύμα. Στα μνημεία των αρχαίων καιρών, που φωνάζουν το σήμερα. Στα ξωκλήσια της άκρης των βράχων, τα βαρυφορτωμένα με τις δεήσεις στην Παναγιά και τον Ποσειδώνα. Στους έντονους καυγάδες για το τίποτα και τις ζεστές αγκαλιές για το κάτι. Στην ηχώ των αρχαίων στοών. Στο «πλατάνι που μυρίζει ούζο» και στον «σταυρό του Νότου». Στα σκιερά δάση βουνών απόκρυμνων και τα κομψά άλση των αστικών κέντρων. Στον θάνατο που τον τραγουδάμε και τον χορεύουμε και στο γάμο που τον γλεντοκοπάμε μέρες. Στα μικρά – μεγάλα θέατρα. Στην κρητική λύρα και τα φρέσκα μουσικά αποτολμήματα. Στις σκέψεις που ξετυλίγονται στον ιστό και στα λόγια που πτερόεντα διαχέονται παντού. Στο «θέατρο της δευτέρας» και στην «ώρα των ακροατών μας»Στη μυρωδιά του ψημένου ψωμιού και την έντονη γεύση του δικού μας καφέ.

Επόμενη σελίδα: »