Επίκαιρα


Εκεί που πρώτα εκατοικούσε ο ήλιος,

τώρα, σαν από στεναγμό θεού ένας ίσκιος μεγαλώνει,

τώρα, η αγωνία σκυφτή με χέρια κοκαλιάρικα,
πιάνει και σβήνει ένα-ένα τα λουλούδια επάνω της,

Χειμώνας μπαίνει ως το μυαλό. Κάτι κακό
θ’ ανάψει. Αγριεύει η τρίχα του αλογόβουνου,
τα όρνια μοιράζονται ψηλά τις ψίχες τ’ ουρανού.

O άνεμος αρπαγμένος απ’ τις φυλλωσιές
κάνει εμετό στη σκόνη του,

ο φόβος σκάβει ένα λαγούμι και τρυπώνει τρέχοντας

κ’ ύστερα βάζει τους ανθρώπους ν’ αντιχαιρετίσουνε: -φωτιά ή μαχαίρι!

Kάθε βροντή ένας θάνατος καβάλα στον αέρα,
κάθε βροντή ένας άντρας χαμογελώντας άντικρυ
στο θάνατο – κ’ η μοίρα ό,τι θέλει ας πεί.

Τώρα κείτεται απάνω στην τσουρουφλισμένη χλαίνη,
μ’ ένα σταματημένο αγέρα στα ήσυχα μαλλιά,
μ’ ένα κλαδάκι λησμονιάς στ’ αριστερό του αφτί,
μοιάζει μπαξές που του ’φυγαν άξαφνα τα πουλιά,

Γιατί; ρωτάει, στενάζοντας η μάνα, πού’ναι ο γιος μου;
Κι όλες οι μάνες απορούν: πού να’ναι το παιδί!
Γιατί; ρωτάει ο σύντροφος, πού να’ναι ο αδερφός μου;

Γιατί δεν είναι η μοίρα χήρα κανενός
κ’ οι μάνες είναι για να κλαίν’, οι άντρες για να παλεύουν,
τα περιβόλια για ν’ ανθούν των κοριτσιών οι κόρφοι,
το αίμα για να ξοδεύεται, ο αφρός για να χτυπά,
κ’ η λευτεριά για ν’ αστραφτογεννιέται αδιάκοπα!

Πέστε λοιπόν στον ήλιο να’βρει ένα καινούριο δρόμο,

Φέρτε καινούρια χέρια, τι τώρα ποιός θα πάει
ψηλά να νανουρίσει τα μωρά των άστρων!

Ελευθερία.
Έλληνες μες στα σκοτεινά δείχνουν τον δρόμο:
Ελευθερία
-για σένα θα δακρύσει από χαρά ο ήλιος.

(από το «Aσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας»)

 

(στιγμιότυπο από την ταινία «το ξυπόλητο τάγμα»)

 

 

 

Γιατί ό,τι ιστόρησαν οι ποιητές δεν είναι αποκύημα φαντασίας

Γιατί κομμάτι του εαυτού μας είναι ό,τι έζησαν οι γονείς κι οι παππούδες μας

Γιατί η ιστορία είναι μια νέα γριά που μόνο αλλάζει φουστάνι

Γιατί το να κρατάμε μια σημαία στα χέρια δεν είναι αντικείμενο μαθητικού διαγωνισμού αλλά θέμα εθνικής συνείδησης

Γιατί ζούμε στην παγκόσμια κοινότητα αλλά έχουμε δική μας ταυτότητα

Γιατί για την ελευθερία αγωνιζόμαστε πιο πολύ στην ειρήνη παρά στον πόλεμο.

Για να μας θυμίζει τα πιο πάνω, ίσως, δεν είναι άχρηστη η εθνική επέτειος

τες λέξεις και τες φράσεις μου πλάττουν και χρωματίζουν

 

 

Για μένα ήταν πάντα ο αγαπημένος μήνας ο Σεπτέμβρης. Θες γιατί Σεπτέμβρη γεννήθηκα, θες γιατί το ΄κλεισα μέσα μου το καλοκαίρι, θες γιατί αρχίζει νέα εποχή – νέος χρόνος

 

 

 

 

 

Γυρίσαμε πάλι στο φθινόπωρο, το καλοκαίρι
σαν ένα τετράδιο που μας κούρασε γράφοντας μένει
γεμάτο διαγραφές αφηρημένα σχέδια
στο περιθώριο κι ερωτηματικά, γυρίσαμε
στην εποχή των ματιών που κοιτάζουν
στον καθρέφτη μέσα στο ηλεχτρικό φως
……………..

Μένει ακόμα το κίτρινο απόσταγμα το καλοκαίρι
………….

Μένει ακόμα ο ξανθός μαρμαρωμένος έφηβος το καλοκαίρι
λίγο αλάτι που στέγνωσε στη γούβα ενός βράχου
λίγες βελόνες πεύκου ύστερα από τη βροχή
σκόρπιες και κόκκινες σα χαλασμένα δίχτυα.

[Γιώργου Σεφέρη: ένας λόγος για το καλοκαίρι]

 

 

 

 

 

Κι ένα τραγούδι – δώρο στον εαυτό μου. Έχει λόγο υπάρξεως σήμερα, 1η του Σεπτέμβρη

 

Μέσα από άγνωστο χωριό κοντά στον Παρνασσό
ξεκίνησα για να δοκιμαστώ
κι αυτούς που με παιδέψανε σαν άγιο και Χριστό
τους έκοψα τον ένα τους μαστό
περπάτησα και πάτησα σε ζώντες και νεκρούς
ξεπέρασα τους δίσεκτους καιρούς
κι απόκτησα τον μύθο μου με στοχασμούς πικρούς
σε υπόγειους δρόμους άδειους και υγρούς

Με λεν Μαριάνθη κι είμ΄από τρελή γενιά
μισώ του κόσμου τη βία κι απονιά
χιλιάδες μάτια με κοιτούν από μακριά
και μου μετράνε της ζωής μου τα κεριά

Μιά χήρα από την Έφεσο δεν ήμουνα ποτές
δεν είχα στρατιώτες για εραστές
τα ζάρια μου τα έπαιξα στις φτωχογειτονιές
και κέντησα τον πόνο με πενιές
δεν μπόρεσα να γίνω ούτε γυναίκα ούτε ευτυχής
δεν δούλεψα σε οίκους ανοχής
και μες την αναδίπλωση της νέας εποχής
απόμεινα μια ανάμνηση ατυχής

Με λεν Μαριάνθη κι είμαι από τρελή γενιά
μισώ του κόσμου τη βία κι απονιά
χιλιάδες μάτια με κοιτούν από μακριά
και μου μετράνε της ζωής μου τα κεριά

λγου δω χριν χειν, άνδραι, τοις λλησι πολίταις, τι μοι παρεσκεασαν τν γνα τοτον, ε πρτερον οκ χων πρφασιν φ ς το βου λγον δοην, νυν δι τοτον εληφα. Κα πειρσομαι τ λγ τοτον μν πιδεξαι πονηρόν, μαυτν δ βεβιωκτα μχρι τσδε τς μρας ρωγς μλλον ξιον οκτου. πρ ν δ μοι προσκει λγειν, ς ν οἷόν τε δι βραχυττων ρ.

Ο αδύνατος είμαι. Αγωνίζομαι να ζήσω μέρα με τη μέρα να τα βγάλω πέρα όπως μπορώ. Και στο σπίτι και στις υποχρεώσεις μου. Για μένα ο μόχθος έχει να κάνει με την επιβίωση κι όχι με τη ζωή. Προσπαθώ, με όσα λίγα έχω, να κάνω οικονομίες στη λαϊκή κι ας κουβαλάνε τ’ αδύναμα χέρια μου τις σακούλες τόσο δρόμο. Βλέπω πώς είναι η βραδινή διασκέδαση στην τηλεόραση μόνο. Μπα, καλλίτερα στο σπίτι ή στην πλατεία. Σήμερα έκανα και μια σπατάλη, πήρα μια κονσέρβα για τη γάτα. Είμαστε και σε προεκλογική περίοδο κι όλο για μένα μιλάνε. Κατηγορούν την κυβέρνηση ότι δεν φρόντισε για με. Μπα, και για την προηγούμενη τα ίδια λέγανε και για την επόμενη τα ίδια θα πούνε. Εγώ το ‘χω πάρει απόφαση. Κανένας δεν θα κάνει τίποτα για μένα γιατί κανένας δεν τολμά. Αλλά αυτοί τη δουλειά τους κάνουνε. Τη δουλειά τους… τέλος πάντων… Ο γείτονάς μου όμως γιατί; Για ποιόν μιλάει; Τον πολιτικό θέλει να πείσει (αφού τον ίδιο θα ψηφίσει πάλι…) ή τον εαυτό του; Εμένα πάντως δεν με πείθει ότι νοιάζεται για μένα. Από τη μια γράφει άρθρο στην εφημερίδα του κι από την άλλη με γεμίζει ανασφάλειες και σκουπίδια στην εκπομπή του στην τηλεόραση… Για μένα νοιάζεται; Το παιδί δεν ήρθε στην πόλη μας να σπουδάσει, δεν υπήρχε θέση. Τι θα κάνουμε, δεν ξέρω. Ο κύριος στο απέναντι σπίτι, αυτός που φώναζε χτες στο περίπτερο ότι κανείς δεν τον κοιτάει τον φτωχό, είχε γνωριμίες και το ‘φερε το δικό του με μεταγραφή. Λες να νοιάζεται, πράγματι, για μένα; Ο γιός του διπλανού μας ήρθε να συνεχίσει τη θητεία του κοντά στο σπίτι. Χτες η μάνα του έλεγε ότι γράφει στο ιντερνέτ για τον φτωχό τον κόσμο κι αγωνίζεται να κάνει το κράτος κάτι. Λες ο αδερφός της ο συνταγματάρχης να κάνει κάτι να φέρει και τον δικό μου, που δεν έχω ούτε για χαρτζιλίκι να του δώσω κάτι; Νοιάζεται για μένα; Κι αυτοί οι απέναντι… είχαν τον τρόπο τους και το κάλυψαν όλο το οικόπεδο. Να μου κόψουν τη θέα να μην με παίρνει κι ο θόρυβος από τον παρακάτω δρόμο. Για μένα νοιάζονται; Ζωή στην πόλη… Δράμα… αλλά πρέπει να είμαι ευγνώμων, αφού όλοι με σκέπτονται.

 

Κα οτως μες μν τ δκαια γνσεσθε πντες, γ δ τοτων μν τυχν ξω τν χριν, πολίται δ το λοιπο μαθσονται μ τος σθενεστροις πιβουλεειν λλ τν μοων ατ περιγγνεσθαι.

Καλά μου ήρθε ο τίτλος του άρθρου  μόλις συνειδητοποίησα ότι η 21η Απριλίου είναι η επέτειος της χούντας των συνταγματαρχών αλλά  και η παγκόσμια ημέρα της ποίησης. Δυστυχώς, έμεινα μόνο στον τίτλο και παρακάτω… ουδέν! καμμία έμπνευση, τίποτα πρωτότυπο για το θέμα, τίποτα που δεν έχουν καλύψει άλλοι με λέξεις καλλίτερες από τις όποιες συνηθισμένες κοινοτοπίες μου ‘ρχονται τώρα στο μυαλό. Θα ‘θελα, ωστόσο, να αφιερώσω το παρόν “εις μνήμην ” των απανταχού, και των κυριολεκτικώς και των μεταφορικώς χαρακτηριζομένων,  δικτατόρων, κι  αυτών που ανήκουν στην ιστορία κι αυτών που καταδυναστεύουν τις μικρές και μεγάλες στιγμές της καθημερινής μας ζωής. Για το λόγο αυτό παραθέτω  

… λίγους στίχους ενός αγωνιστή 

Ένα σπιρτόξυλο για πέννα
Αίμα στο πάτωμα χυμένο για μελάνι
Το ξεχασμένο περιτύλιγμα της γάζας για χαρτί
Μα τι να γράψω;
Τη Διεύθυνσή μου μονάχα ίσως προφτάσω
Παράξενο και πήζει το μελάνι
Μέσ’ από φυλακή σας γράφω στην Ελλάδα

Αλέκου Παναγούλη
(Στρατιωτικές Φυλακές Μπογιατίου, 5 Ιουνίου 1971 – Μετά ξυλοδαρμό)

… λίγα λόγια ενός ποιητή 

Πάει καιρός που πήρα την απόφαση να κρατηθώ έξω από τα πολιτικά του τόπου. Προσπάθησα άλλοτε να το εξηγήσω. Αυτό δε σημαίνει διόλου πως μου είναι αδιάφορη η πολιτική ζωή μας. Έτσι, από τα χρόνια εκείνα, ως τώρα τελευταία, έπαψα κατά κανόνα να αγγίζω τέτοια θέματα. εξάλλου τα όσα δημοσίεψα ως τις αρχές του 1967 και η κατοπινή στάση μου – δεν έχω δημοσιέψει τίποτα στην Ελλάδα από τότε που φιμώθηκε η ελευθερία – έδειχναν, μου φαίνεται, αρκετά καθαρά τη σκέψη μου.
Μολαταύτα, μήνες τώρα, αισθάνομαι μέσα μου και γύρω μου, ολοένα πιο επιτακτικά, το χρέος να πω ένα λόγο για τη σημερινή κατάστασή μας. Με όλη τη δυνατή συντομία, να τι θα έλεγα:

Κλείνουν δυο χρόνια που μας έχει επιβληθεί ένα καθεστώς ολωσδιόλου αντίθετο με τα ιδεώδη για τα οποία πολέμησε ο κόσμος μας και τόσο περίλαμπρα ο λαός μας στον τελευταίο παγκόσμιο πόλεμο. Είναι μια κατάσταση υποχρεωτικής νάρκης, όπου όσες πνευματικές αξίες κατορθώσαμε να κρατήσουμε ζωντανές, με πόνους και με κόπους, πάνε κι αυτές να καταποντιστούν μέσα στα ελώδη στεκούμενα νερά. Δε θα μου ήταν δύσκολο να καταλάβω πως τέτοιες ζημιές δε λογαριάζουν πάρα πολύ για ορισμένους ανθρώπους.

Δυστυχώς δεν πρόκειται μόνον γι’ αυτό τον κίνδυνο. Όλοι πια το διδάχτηκαν και το ξέρουν πως στις δικτατορικές καταστάσεις η αρχή μπορεί να μοιάζει εύκολη, όμως η τραγωδία περιμένει αναπότρεπτη στο τέλος. Το δράμα αυτού του τέλους μας βασανίζει, συνειδητά ή ασυνείδητα, όπως στους παμπάλαιους χορούς του Αισχύλου. `Όσο μένει η ανωμαλία, τόσο προχωρεί το κακό.

Είμαι ένας άνθρωπος χωρίς κανένα απολύτως πολιτικό δεσμό και, μπορώ να το πω, μιλώ χωρίς φόβο και χωρίς πάθος. Βλέπω μπροστά μου τον γκρεμό όπου μας οδηγεί η καταπίεση που κάλυψε τον τόπο. Αυτή η ανωμαλία πρέπει να σταματήσει. Είναι εθνική επιταγή.

Τώρα ξαναγυρίζω στη σιωπή μου. Παρακαλώ το Θεό να μη με φέρει άλλη φορά σε παρόμοια ανάγκη να ξαναμιλήσω.

Γιώργου Σεφέρη
(Η δήλωση που έκανε για τη δικατορία στο BBC στις 28-3-1969)

… δυο στίχους ενός ποιητή

τους άδειους χώρους άσ’τους
τους έρημους μην τους γεμίζεις

είναι του συντοπίτη μου, Σπύρου Βρετού

Κάθε πόλη έχει τους χαρακτηριστικούς της τύπους. Η δική μου έχει κάμποσους. Άλλοι είναι ζώντες κι άλλοι τεθνεώτες, όλοι σχεδόν όμως ζωντανοί στις μνήμες μας. Πιο πολλά θα σας πω άλλη μέρα, σήμερα θα ‘θελα μόνο να σας πω ένα περιστατικό που θυμάμαι από τον Βασίλα.

Ο Βασίλας, μεγαλόσωμος, κοντοκουρεμένος και με την ευήθεια διάχυτη στο πρόσωπό του, ήταν ψυχή ευαίσθητη. Εργάτης στο φυτώριο του Δήμου ήτανε, κι εγώ μαθήτρια στο διπλανό σχολείο τον συνέλαβα μια δυο φορές, όταν νόμιζε ότι κανείς δεν τον βλέπει, να χαϊδολογάει τα φυτά και να τα κουβεντιάζει, όπως θα ‘κανε με τα μικρά που δεν απόχτησε. Συνήθως, αυτοί οι τύποι είναι θρήσκοι, γιατί μακράν από μας τα «φωτεινά πνεύματα» που περιμένουμε να κάνουνε το «κατόρθωμα» για να γελάσουμε, ο Θεός είναι ο φίλος τους που θα του πουν τα μυστικά τους και θα του γυρέψουν τη στοργή που τους λείπει. Έτσι ακριβώς ήταν κι Βασίλας. Βλάσφημος και αθυρόστομος μεν, αλλά η πίστη, πίστη.

Μεγάλη Πέμπτη βράδυ, καλή ώρα, σαν και σήμερα, η Αγία Τριάδα είναι γεμάτη από κόσμο. Η καμπάνα αφήνει λυπητερές, κοφτές ανάσες ν’ ακούγονται και να συμβάλουν στην αναβίωση του θείου πάθους. Το μόνο που ακούγεται μέσα στο ναό είναι η φωνή του ιερέα, αργή, δυνατή, ταιριαστή με τα τεκταινόμενα. Αλλά και οι λυγμοί ενός ανθρώπου από το βάθος. Είναι ο Βασίλας, που κλαίει γοερά,γιατί τη ζει τη στιγμή κι είναι βουτηγμένος στη θλίψη. Το συνήθως θορυβώδες εκκλησίασμα παρακολουθεί κατανυκτικά τη σταύρωση. Η αναπαράσταση της σταυρώσεως συνεχίζεται τελετουργικά, ο Ιησούς πάνω στο σταυρό και το πρώτο καρφί μπαίνει … τακ… Δεύτερο «τακ» δεν ακούστηκε, γιατί, αντί γι’ αυτό, ακούστηκε η φωνή του Βασίλα στεντόρεια «Πούστη Ιούδα!! Κερατά! Παλιάνθρωπε! Τον πρόδωσες τον Χριστούλη μας, καταραμένε. Στο διάολο να πας πικατάρατε!» Παύση. Παύση το εκκλησίασμα. Παύση ο ιερέας. Μόνο οι λυγμοί του Βασίλα. Και ξαφνικά: «Αλλά πού θα πας; Θα βγει μεθαύριο την Ανάσταση και θα στην γ…ήσει» Τελεία. Παύλα.

Η Μ. Πέμπτη έχει πάρει άλλο χρώμα μέσα μου, μετά το συμβάν. Πάντα όταν το θυμάμαι με πιάνουν γέλια. Στην πρώτη ανάγνωση. Στην δεύτερη όχι.