Πατρινολογήματα


Στο γύρισμα της γωνίας με χτύπησε αναπάντεχα μυρωδιά παστής σαρδέλας. Κι απ’ τη μυρωδιά του μπακάλικου του βυθισμένου στα χρώματα του χρόνου βούτηξα στις παλιές πλάκες του πεζοδρομίου, τις μισοφαγωμένες και χιλιοπατημένες σαν τις μνήμες και τις μυρωδιές των αιωνόβιων στοών.

Στην καρδιά της πόλης…

Σοφή κουβέντα

Γιατί η καρδιά πρωτοχτύπησε με τη γέννησή της και συνεχίζει να ζει μαζί της σ’ όλους τους ρυθμούς.

Σπουδαίο πράγμα η συνέχεια. Ακόμα κι όταν δεν θέλω να θυμάμαι το δικό μου χτες, δεν νιώθω κενό γιατί ψηλαφώ το χτες της πόλης. Αναπνέω απ’ τις παλιές πόρτες, τα μπρούτζινα ρόπτρα, τα σμιλεμένα σίδερα των μπαλκονιών, τον απόηχο του Μαρκάτου, απ’ τις σταγόνες των σιντριβανιών.

Πάντα το μυαλό μου είναι στους τόπους που δεν πήγα. Αγκάθι, που μόνιμα με κεντάει, η νοσταλγία των μονοπατιών που δεν θα περπατήσω. Κι όμως, πάντα το φιλί στο πλακόστρωτο του φάρου και στο φεγγάρι του ωδείου, στα βότσαλα της ακρογιαλιάς και τις πευκοβελόνες του άλσους, είναι φιλί ζωής για τη θύμηση, φιλί γλυκερό για τις λύπες.

Advertisements

Κάθε πόλη έχει τους χαρακτηριστικούς της τύπους. Η δική μου έχει κάμποσους. Άλλοι είναι ζώντες κι άλλοι τεθνεώτες, όλοι σχεδόν όμως ζωντανοί στις μνήμες μας. Πιο πολλά θα σας πω άλλη μέρα, σήμερα θα ‘θελα μόνο να σας πω ένα περιστατικό που θυμάμαι από τον Βασίλα.

Ο Βασίλας, μεγαλόσωμος, κοντοκουρεμένος και με την ευήθεια διάχυτη στο πρόσωπό του, ήταν ψυχή ευαίσθητη. Εργάτης στο φυτώριο του Δήμου ήτανε, κι εγώ μαθήτρια στο διπλανό σχολείο τον συνέλαβα μια δυο φορές, όταν νόμιζε ότι κανείς δεν τον βλέπει, να χαϊδολογάει τα φυτά και να τα κουβεντιάζει, όπως θα ‘κανε με τα μικρά που δεν απόχτησε. Συνήθως, αυτοί οι τύποι είναι θρήσκοι, γιατί μακράν από μας τα «φωτεινά πνεύματα» που περιμένουμε να κάνουνε το «κατόρθωμα» για να γελάσουμε, ο Θεός είναι ο φίλος τους που θα του πουν τα μυστικά τους και θα του γυρέψουν τη στοργή που τους λείπει. Έτσι ακριβώς ήταν κι Βασίλας. Βλάσφημος και αθυρόστομος μεν, αλλά η πίστη, πίστη.

Μεγάλη Πέμπτη βράδυ, καλή ώρα, σαν και σήμερα, η Αγία Τριάδα είναι γεμάτη από κόσμο. Η καμπάνα αφήνει λυπητερές, κοφτές ανάσες ν’ ακούγονται και να συμβάλουν στην αναβίωση του θείου πάθους. Το μόνο που ακούγεται μέσα στο ναό είναι η φωνή του ιερέα, αργή, δυνατή, ταιριαστή με τα τεκταινόμενα. Αλλά και οι λυγμοί ενός ανθρώπου από το βάθος. Είναι ο Βασίλας, που κλαίει γοερά,γιατί τη ζει τη στιγμή κι είναι βουτηγμένος στη θλίψη. Το συνήθως θορυβώδες εκκλησίασμα παρακολουθεί κατανυκτικά τη σταύρωση. Η αναπαράσταση της σταυρώσεως συνεχίζεται τελετουργικά, ο Ιησούς πάνω στο σταυρό και το πρώτο καρφί μπαίνει … τακ… Δεύτερο «τακ» δεν ακούστηκε, γιατί, αντί γι’ αυτό, ακούστηκε η φωνή του Βασίλα στεντόρεια «Πούστη Ιούδα!! Κερατά! Παλιάνθρωπε! Τον πρόδωσες τον Χριστούλη μας, καταραμένε. Στο διάολο να πας πικατάρατε!» Παύση. Παύση το εκκλησίασμα. Παύση ο ιερέας. Μόνο οι λυγμοί του Βασίλα. Και ξαφνικά: «Αλλά πού θα πας; Θα βγει μεθαύριο την Ανάσταση και θα στην γ…ήσει» Τελεία. Παύλα.

Η Μ. Πέμπτη έχει πάρει άλλο χρώμα μέσα μου, μετά το συμβάν. Πάντα όταν το θυμάμαι με πιάνουν γέλια. Στην πρώτη ανάγνωση. Στην δεύτερη όχι.