Σκέψεις


Είμαι σαράντα έξι χρονών. Έμαθα να ζω με πίστη στους θεσμούς, το Νόμο, το Σύνταγμα. Έμαθα να εργάζομαι για να μπορώ να πηγαίνω τη ζωή μου παρακάτω. Έμαθα να σκορπίζω μικρά πετραδάκια στο διάβα μου για να μείνει ένα χνάρι δικό μου στον τόπο μου…

Δεν ήμουν παρούσα στην Θεσσαλονίκη. Ήμουν παρούσα στην Πάτρα. Για την ακρίβεια, ήμασταν παρούσες δυο σοβαρές συντηρητικές κυρίες, που εκεί που πίναμε χαλαρά τον καφέ μας πεταχτήκαμε αυτόματα από την καρέκλα μας για να ενωθούμε με το πλήθος, γιατί έπρεπε εκείνη την στιγμή να φωνάξουμε σε μια φωνή μαζί τους άλλους όσα τόσο καιρό ψιθυρίζαμε μεταξύ μας, όσα μας έπνιγαν και δεν αντέχαμε άλλο να τα κρατάμε καταπιεσμένα πίσω από τον καθρέφτη της τάξης και της ευπρέπειας.

Για την ακρίβεια δεν ήμασταν δυο. Ήμασταν είκοσι δυο, χίλιοι δυο. Η κραυγή ήταν πάνδημη. Βλέπετε, στην μικρή μας πόλη έχουμε το προνόμιο να γνωρίζουμε ο ένας τον άλλο. Κι ήταν μαζί με μας ο συνάδελφός μας, ο συνδικαλιστής, η νοικοκυρά της διπλανής πόρτας, ο έμπορος της παραδίπλα, ο φοιτητής… όλοι. Από παντού.

Γύρισα στο σπίτι μου και με παρέλαβε το ράπισμα – δήλωση της βουλευτού «επρόκειτο για ένα γκρουπούσκουλο επικινδύνων ολίγιστων». Όχι κυρία. Ολίγιστος είναι ο κάθε ένας – μέλος της πολιτειακής σας σέχτας, τυφλός μεν τα τ’ ώτα τον τε νούν, που δεν ορά το κοινωνικό γίνεσθαι, δεν ακούει την φωνή των εντολέων του, δεν αντιλαμβάνεται την υπόγεια βοή. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι ενώ δεν δύνασθε  να συμφωνήσετε στα αυτονόητα, ομόφωνα άπαντες οι μετέχοντες στην εξουσία σπεύσατε να υπερασπιστείτε αυτό που νομίζετε ότι σας ανήκει.

Και, ναι. Ήταν προσβλητική η επίθεση προς τον κ. Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Αλλά τι περιμένατε άραγε; Όταν υπάρχει κρίση θεσμών, δεν είναι τουλάχιστον αναμενόμενο ότι το ίδιο το σύμβολο του θεσμού θα γίνει αντικείμενο χλεύης; Δεν είναι πολύ υποκριτικό οι «άρχοντες» του τόπου να γίνονται ξαφνικά τόσο εύθικτοι όταν το «ποίμνιό» τους τους ατενίζει στα μάτια και να επικαλούνται την Δημοκρατία όταν οι ίδιοι την έχουν εξαθλιώσει;

Ο μόνος λόγος για να σωθούν οι θεσμοί είναι να τους αποδίδουν τιμές οι ίδιοι οι φορείς τους. Μας το επιβεβαίωσε άλλωστε ο ίδιος ο Πρόεδρος με την απάντησή του [με μένα τα βάλανε; Εγώ πολέμησα για την Ελλάδα. Ήμουν αντάρτης στα δεκαπέντε μου. Ντροπή τους, και είναι και νέοι άνθρωποι], ιστάμενος κατά τι χαμηλότερα από την θέση του αξιώματός του.

Δεν θα αμφισβητήσω εγώ το αγωνιστικό παρελθόν ούτε την ευπρέπεια του ατόμου – Προέδρου. Αλλά απαγορεύεται εκ της θέσεώς του να απαντά επί προσωπικών. Απαγορεύεται για τον ίδιο λόγο να επικαλείται το αγωνιστικό του παρελθόν όταν αυτό αφορά στην περίοδο του διχασμού. Απαγορεύεται να επαναπαύεται στα αξιώματά του, σερνάμενος, σαν από εξάρτηση, ως βαρετός υπαλληλίσκος και να μην κάνει τίποτα, το παραμικρό, για την μεγαλύτερη τιμή που του απέδωσε ο λαός του: αυτήν του φύλακα του Συντάγματος. Απαγορεύεται να ξεχνά ότι τα στερνά τιμούν τα πρώτα. Απαγορεύεται να απαιτεί σεβασμό όταν ο ίδιος αδυνατεί να τον εμπνεύσει.  Απαγορεύεται να μην έχει αρθρώσει μια λέξη, έστω, μπροστά σ΄ αυτόν τον λαό τον άνω-θρώσκοντα.

Άκουσα το Μανόλη Γλέζο να κάνει πρόσφατα μια διαπίστωση: όλοι οι λαοί στις εθνικές τους επετείους εορτάζουν ενθρονίσεις μοναρχών, νίκες σε μάχες κλπ. Ο δικός μας λαός, μοναδικός σ’ όλο τον κόσμο, με τις εθνικές επετείους εορτάζει έναρξη αγώνων.

Εγώ βαθύτατα πιστεύω ότι   αυτή ακριβώς η διαπίστωση είναι και η αιτία για την οποία όσοι προχτές δήλωσαν την έναρξη του δικού τους αγώνα τίμησαν με τον καλλίτερο τρόπο τους προγόνους μας. Χαιρετίσματα, λοιπόν, στην εξουσία. Εγώ κρατάω την ουσία κι ονειρεύομαι.

Όταν σωρεύονται τα εγκλήματα, γίνονται αόρατα.Όταν οι τόνοι γίνονται αβάσταχτοι, δεν ακούγονται πια οι κραυγές. Και οι κραυγές πέφτουν κι αυτές σαν την καλοκαιρινή βροχή

(Μπέρτολτ Μπρεχτ)

 

Φοβάμαι

την επίγευση των καμένων καιρών

Φοβάμαι

τις κραυγές των αδίκως νεκρών

Φοβάμαι

την οδύνη των βουβών οφθαλμών

Φοβάμαι

την κατάρα των πληγέντων δρυμών

Φοβάμαι

τη σιγή των χαμένων κτηνών

Φοβάμαι

τις σκιές των άδειων σπιτιών

Φοβάμαι

τις πληγές των κρυφών μαχαιριών

Φοβάμαι

τις νεφέλες των απόντων λυγμών

Φοβάμαι

 

 

Έκανα μια βόλτα νωρίς το πρωί. Με αρκετή δροσιά και βροχούλα. Θείο δώρο η ησυχία. Το πάρκο. Τα άλογα που μασουλούσαν το χορτάρι αμέριμνα. Η λιμνούλα και τα παπάκια που έρχονταν από τα όνειρά τους σιγά-σιγά τινάζοντας τα φτερά. Ο ουρανός και τα σύννεφα. Το πρωινό φως.

Πολλά δώρα γύρω μου. Πολλά δώρα μέσα μου. Αυτά που κληρονόμησα. Αυτά που έλαβα αυτοβούλως. Αυτά που έμαθα. Αυτά που ένιωσα. Αυτά που αγόρασα. Αυτά που έχω. Από προγόνους. Συγγενείς. Πελάτες. Φίλους. Εχθρούς. Αγνώστους. Τον σύντροφό μου.

Συνηθίζω να λέω ευχαριστώ όταν παίρνω τα ρέστα από το περίπτερο. Όταν με εξυπηρετεί μια πωλήτρια. Όταν μου εύχονται στις γιορτές. Δεν είμαι η μοναδική. Όλοι το κάνουν.

Σκέπτομαι. Ότι δεν έχουμε πει, δεν έχω πει, με λόγο ή έργο, όσα «ευχαριστώ» όφειλα – οφείλω. Και δεν εννοώ αυτά που υπαγορεύουν το savoirvivre και οι νουθεσίες της μαμάς μου. Κι όμως, ένα «ευχαριστώ» δεν έβλαψε ποτέ κανέναν.