τες λέξεις και τες φράσεις μου πλάττουν και χρωματίζουν

 

 

Για μένα ήταν πάντα ο αγαπημένος μήνας ο Σεπτέμβρης. Θες γιατί Σεπτέμβρη γεννήθηκα, θες γιατί το ΄κλεισα μέσα μου το καλοκαίρι, θες γιατί αρχίζει νέα εποχή – νέος χρόνος

 

 

 

 

 

Γυρίσαμε πάλι στο φθινόπωρο, το καλοκαίρι
σαν ένα τετράδιο που μας κούρασε γράφοντας μένει
γεμάτο διαγραφές αφηρημένα σχέδια
στο περιθώριο κι ερωτηματικά, γυρίσαμε
στην εποχή των ματιών που κοιτάζουν
στον καθρέφτη μέσα στο ηλεχτρικό φως
……………..

Μένει ακόμα το κίτρινο απόσταγμα το καλοκαίρι
………….

Μένει ακόμα ο ξανθός μαρμαρωμένος έφηβος το καλοκαίρι
λίγο αλάτι που στέγνωσε στη γούβα ενός βράχου
λίγες βελόνες πεύκου ύστερα από τη βροχή
σκόρπιες και κόκκινες σα χαλασμένα δίχτυα.

[Γιώργου Σεφέρη: ένας λόγος για το καλοκαίρι]

 

 

 

 

 

Κι ένα τραγούδι – δώρο στον εαυτό μου. Έχει λόγο υπάρξεως σήμερα, 1η του Σεπτέμβρη

 

Μέσα από άγνωστο χωριό κοντά στον Παρνασσό
ξεκίνησα για να δοκιμαστώ
κι αυτούς που με παιδέψανε σαν άγιο και Χριστό
τους έκοψα τον ένα τους μαστό
περπάτησα και πάτησα σε ζώντες και νεκρούς
ξεπέρασα τους δίσεκτους καιρούς
κι απόκτησα τον μύθο μου με στοχασμούς πικρούς
σε υπόγειους δρόμους άδειους και υγρούς

Με λεν Μαριάνθη κι είμ΄από τρελή γενιά
μισώ του κόσμου τη βία κι απονιά
χιλιάδες μάτια με κοιτούν από μακριά
και μου μετράνε της ζωής μου τα κεριά

Μιά χήρα από την Έφεσο δεν ήμουνα ποτές
δεν είχα στρατιώτες για εραστές
τα ζάρια μου τα έπαιξα στις φτωχογειτονιές
και κέντησα τον πόνο με πενιές
δεν μπόρεσα να γίνω ούτε γυναίκα ούτε ευτυχής
δεν δούλεψα σε οίκους ανοχής
και μες την αναδίπλωση της νέας εποχής
απόμεινα μια ανάμνηση ατυχής

Με λεν Μαριάνθη κι είμαι από τρελή γενιά
μισώ του κόσμου τη βία κι απονιά
χιλιάδες μάτια με κοιτούν από μακριά
και μου μετράνε της ζωής μου τα κεριά

Advertisements

 

Φοβάμαι

την επίγευση των καμένων καιρών

Φοβάμαι

τις κραυγές των αδίκως νεκρών

Φοβάμαι

την οδύνη των βουβών οφθαλμών

Φοβάμαι

την κατάρα των πληγέντων δρυμών

Φοβάμαι

τη σιγή των χαμένων κτηνών

Φοβάμαι

τις σκιές των άδειων σπιτιών

Φοβάμαι

τις πληγές των κρυφών μαχαιριών

Φοβάμαι

τις νεφέλες των απόντων λυγμών

Φοβάμαι

 

 

Έκανα μια βόλτα νωρίς το πρωί. Με αρκετή δροσιά και βροχούλα. Θείο δώρο η ησυχία. Το πάρκο. Τα άλογα που μασουλούσαν το χορτάρι αμέριμνα. Η λιμνούλα και τα παπάκια που έρχονταν από τα όνειρά τους σιγά-σιγά τινάζοντας τα φτερά. Ο ουρανός και τα σύννεφα. Το πρωινό φως.

Πολλά δώρα γύρω μου. Πολλά δώρα μέσα μου. Αυτά που κληρονόμησα. Αυτά που έλαβα αυτοβούλως. Αυτά που έμαθα. Αυτά που ένιωσα. Αυτά που αγόρασα. Αυτά που έχω. Από προγόνους. Συγγενείς. Πελάτες. Φίλους. Εχθρούς. Αγνώστους. Τον σύντροφό μου.

Συνηθίζω να λέω ευχαριστώ όταν παίρνω τα ρέστα από το περίπτερο. Όταν με εξυπηρετεί μια πωλήτρια. Όταν μου εύχονται στις γιορτές. Δεν είμαι η μοναδική. Όλοι το κάνουν.

Σκέπτομαι. Ότι δεν έχουμε πει, δεν έχω πει, με λόγο ή έργο, όσα «ευχαριστώ» όφειλα – οφείλω. Και δεν εννοώ αυτά που υπαγορεύουν το savoirvivre και οι νουθεσίες της μαμάς μου. Κι όμως, ένα «ευχαριστώ» δεν έβλαψε ποτέ κανέναν.

λγου δω χριν χειν, άνδραι, τοις λλησι πολίταις, τι μοι παρεσκεασαν τν γνα τοτον, ε πρτερον οκ χων πρφασιν φ ς το βου λγον δοην, νυν δι τοτον εληφα. Κα πειρσομαι τ λγ τοτον μν πιδεξαι πονηρόν, μαυτν δ βεβιωκτα μχρι τσδε τς μρας ρωγς μλλον ξιον οκτου. πρ ν δ μοι προσκει λγειν, ς ν οἷόν τε δι βραχυττων ρ.

Ο αδύνατος είμαι. Αγωνίζομαι να ζήσω μέρα με τη μέρα να τα βγάλω πέρα όπως μπορώ. Και στο σπίτι και στις υποχρεώσεις μου. Για μένα ο μόχθος έχει να κάνει με την επιβίωση κι όχι με τη ζωή. Προσπαθώ, με όσα λίγα έχω, να κάνω οικονομίες στη λαϊκή κι ας κουβαλάνε τ’ αδύναμα χέρια μου τις σακούλες τόσο δρόμο. Βλέπω πώς είναι η βραδινή διασκέδαση στην τηλεόραση μόνο. Μπα, καλλίτερα στο σπίτι ή στην πλατεία. Σήμερα έκανα και μια σπατάλη, πήρα μια κονσέρβα για τη γάτα. Είμαστε και σε προεκλογική περίοδο κι όλο για μένα μιλάνε. Κατηγορούν την κυβέρνηση ότι δεν φρόντισε για με. Μπα, και για την προηγούμενη τα ίδια λέγανε και για την επόμενη τα ίδια θα πούνε. Εγώ το ‘χω πάρει απόφαση. Κανένας δεν θα κάνει τίποτα για μένα γιατί κανένας δεν τολμά. Αλλά αυτοί τη δουλειά τους κάνουνε. Τη δουλειά τους… τέλος πάντων… Ο γείτονάς μου όμως γιατί; Για ποιόν μιλάει; Τον πολιτικό θέλει να πείσει (αφού τον ίδιο θα ψηφίσει πάλι…) ή τον εαυτό του; Εμένα πάντως δεν με πείθει ότι νοιάζεται για μένα. Από τη μια γράφει άρθρο στην εφημερίδα του κι από την άλλη με γεμίζει ανασφάλειες και σκουπίδια στην εκπομπή του στην τηλεόραση… Για μένα νοιάζεται; Το παιδί δεν ήρθε στην πόλη μας να σπουδάσει, δεν υπήρχε θέση. Τι θα κάνουμε, δεν ξέρω. Ο κύριος στο απέναντι σπίτι, αυτός που φώναζε χτες στο περίπτερο ότι κανείς δεν τον κοιτάει τον φτωχό, είχε γνωριμίες και το ‘φερε το δικό του με μεταγραφή. Λες να νοιάζεται, πράγματι, για μένα; Ο γιός του διπλανού μας ήρθε να συνεχίσει τη θητεία του κοντά στο σπίτι. Χτες η μάνα του έλεγε ότι γράφει στο ιντερνέτ για τον φτωχό τον κόσμο κι αγωνίζεται να κάνει το κράτος κάτι. Λες ο αδερφός της ο συνταγματάρχης να κάνει κάτι να φέρει και τον δικό μου, που δεν έχω ούτε για χαρτζιλίκι να του δώσω κάτι; Νοιάζεται για μένα; Κι αυτοί οι απέναντι… είχαν τον τρόπο τους και το κάλυψαν όλο το οικόπεδο. Να μου κόψουν τη θέα να μην με παίρνει κι ο θόρυβος από τον παρακάτω δρόμο. Για μένα νοιάζονται; Ζωή στην πόλη… Δράμα… αλλά πρέπει να είμαι ευγνώμων, αφού όλοι με σκέπτονται.

 

Κα οτως μες μν τ δκαια γνσεσθε πντες, γ δ τοτων μν τυχν ξω τν χριν, πολίται δ το λοιπο μαθσονται μ τος σθενεστροις πιβουλεειν λλ τν μοων ατ περιγγνεσθαι.

Είναι κάμποσες μέρες που η Silia συνέχισε το παιχνίδι του “ανήσυχου” δίνοντάς μου τη σκυτάλη με τις δικές της ανησυχίες. Σ’ ευχαριστώ, γιατρέ μου, και λυπάμαι που δεν μπόρεσα νωρίτερα να απαντήσω… αλλά κάλιο αργά παρά ποτέ J

Ας δούμε λοιπόν…

Α) Μεγάλη αρετή η τιμιότητα. Όταν όμως, δεν συνοδεύεται από τον κατάλληλα υψηλό δείκτη ευφυϊας, γίνεται επικίνδυνη. (Μάνος Χατζηδάκις)

Συμφωνώ και επαυξάνω. Η τιμιότητα, όπως και κάθε αρετή άλλωστε, αν είναι ξεκομμένη από την ευφυΐα και τη λογική, παύει να είναι αρετή και γίνεται απλώς γνώρισμα, ενίοτε δε γνώρισμα από αμαρτωλό έως και επικίνδυνο.

Ο τίμιος δε, μια και περί αυτού η ερώτηση, εάν στερείται ευφυΐας το μεν γίνεται καταστροφικός για τον εαυτό του το δε επικίνδυνος για τους άλλους. Και τούτο γιατί την τιμιότητά του δεν μπορεί να την κρύψει, κι έτσι ο κάθε τρίτος που μπορεί να διαγνώσει το χαρακτήρα του έχει την δυνατότητα να τον εκμεταλλευτεί, ενώ ακόμα και ο ίδιος μπορεί να υποβάλλει τον εαυτό του σε άχρηστες θυσίες και κόπους. Από την άλλη πλευρά πάλι, εάν δεν έχει την απαιτούμενη οξύνοια ενδέχεται να επέμβει στις υποθέσεις άλλων λόγω υπερβάλλοντος ζήλου και να τους προξενήσει ζημία.

Ο «τίμιος βλαξ» είναι εντέλει αμφίβολο εάν πραγματικά έχει την ικανότητα να διακρίνει τί είναι τίμιο και τί όχι, διότι λόγω του επιφανειακού της σκέψης του δεν είναι ικανός να εμβαθύνει και άρα κρίνει απλοϊκά και ρηχά τις καταστάσεις. Χωρίς να είναι ικανός κάποιος να αναλύει και να συνθέτει τις προσλαμβάνουσες παραστάσεις και χωρίς ως εκ τούτου να μπορεί να εισέρχεται στον πυρήνα των γεγονότων τότε γίνεται έρμαιο της σύμπτωσης της στιγμιαίας διάθεσης και του συναισθήματος.

Β) Αν η μέρα σου “φτιάχνει” ή “χαλάει” ….. ερήμην της πραγματικότητας, εξαρτώμενη αποκλειστικά, από πράγματα φαινομενικά άσχετα, όπως πχ. από ένα άκουσμα ή μια εικόνα, …τότε δεν είσαι …”ψυχάκιας” , αλλά απλά …ερωτευμένος . (Anna-Silia)

Εδώ δεν είμαι απολύτως σύμφωνη. Ο έρωτας μπορεί να είναι η αιτία μιας τέτοιας συμπεριφοράς. Όχι όμως και η μοναδική.

Το φαινόμενο δεν είναι πάντα και η ουσία των πραγμάτων. Άρα το φαινομενικά άσχετο μπορεί να αποτελεί την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ μιας συμπεριφοράς αλλοπρόσαλλης ή περίεργης ή δυσερμήνευτης και αυτών που είτε βρίσκονται κωδικοποιημένα στο υποσυνείδητο ή είτε είναι τόσο εσωτερικά ώστε δεν γίνονται ορατά από τους «έξω». Ένα άκουσμα ή μία εικόνα μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να είναι το έναυσμα για να γίνει μια σειρά συνειρμών που «φτιάχνει» ή «χαλάει» τη μέρα μας. Φυσικά, αν ο συνειρμός έχει μονίμως να κάνει με το αντικείμενο του έρωτά μας, τότε, ναι, μιλάμε για πλάσμα ερωτευμένο J

Δεν ξέρω ποιοι θα ήθελαν να απαντήσουν ούτε και ποιοι είναι παρόντες. Όποιος όμως επιθυμεί θα μπορούσε να σχολιάσει τα εξής:

1) Κρέσσον άρχεσθαι τοις ανοήτοισιν ή άρχειν (οι ανόητοι είναι καλλίτερα να κυβερνώνται παρά να κυβερνούν) [Δημόκριτος]

2) Όταν χτυπάει το τηλέφωνο του απατεώνα είναι σαν να πέφτει ψάρι στην απόχη του ψαρά (Νεφελόεσσα)

Όλα δικά μας, πιο δικά μας με τη μνήμη μας…

… και τους νεκρούς μας τους κουβαλάμε μέσα μας

χωρίς ο χώρος να στενεύει, χωρίς να βαραίνουμε

συνεχίζουμε τη ζωής τους απ’ τις βαθιές στοές και

τις έρημες ρίζες,

τη δική τους ζωή, τη δική μας ακέρια μες στον

ήλιο

(Γιάννης Ρίτσος)

Ξύπνησα κι άνοιξα το μυαλό μου στην καινούργια μέρα. Έφτιαξα πρωινό με απορίες που μένουν πάντα αναπάντητες. Έστρωσα τις σκέψεις μου με καινούργια σεντόνια. Πήγα για να συμβουλέψω στους άλλους ό,τι δεν έμαθα. Μαγείρεψα τις προσμονές μου με φρέσκα ερωτηματικά. Έστρωσα να φάμε πάνω στα σιωπηλά μας βλέμματα. Έφτιαξα καφέ και σου σερβίρισα λίγη στοργή, απ’ αυτή που θεωρείς περιττή. Ξεσκόνισα τις αναμνήσεις μου. Σκούπισα τις προσβολές. Σιδέρωσα τα παράπονα που ποτέ δεν ξεστόμισα. Μπάλωσα την αδιαφορία σου με ελπίδα. Κέντησα τους δρόμους που δεν περπάτησα. Ετοίμασα τα όνειρά μου για ύπνο. Αυτά έκανα σήμερα, άντρα μου, και, τώρα, πάμε να κοιμίσουμε αυτούς που ήμασταν κάποτε.